Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Κυριακή, Μαρτίου 25, 2012

δύο αντιποιήματα από το κρεοπωλείο, και κάποια λόγια που έπεσαν ελλείψει βροχής


κάποια λόγια που έπεσαν ελλείψει βροχής

Δεν βρίσκω ούτε αναγκαίο ούτε χρήσιμο να πρέπει να μιλάω -να γράφω. Οι λέξεις, οι ωραίες και υψηλές προτάσεις, η ποίηση, ταΐζει τον εαυτό και τους άλλους με ψευδαισθήσεις. Είτε προσπαθείς να πείσεις για το πνεύμα σου, να το προβάλλεις, είτε προσπαθείς να διδάξεις -και τα δύο τα βρίσκω γελοία. Προτιμώ να καλλιεργώ τη γη, να φυτεύω ένα δέντρο κι ένα άλλο δέντρο, αποβάλλοντας κάθε ίχνος της ανθρωπινότητας. Τώρα που γράφω είναι μάλλον επειδή τώρα μπορώ -δεν έχει σημασία για μένα. Μπορεί να είναι που περιμένω τη βροχή, αυτή η προσμονή, και οι λέξεις κατεβαίνουν -κι άντε να βγω σώος από δω μέσα.
Οι λέξεις δεν αξίζουν παρά μόνο ίσως όταν δυναμιτίζουν τα κοινωνικά νοήματα και κλισέ, τους παραδεδομένους σωρούς -όλες τις επικαθίσεις της σκέψης- κάτω από τους οποίους αναπτύσσονται τα ζιζάνια και πεθαίνουν με αυτήν την αύξηση της θερμοκρασίας που μια συγκεκριμένη συστρωμάτωση και αναλογία των λέξεων επιφέρει. Για να δημιουργήσεις χώμα υψηλής ποιότητας -δασόχωμα- τοποθετείς, πολύ περιληπτικά μιλώντας, σε επίπεδα άχυρο και σκατό (όπως βοοειδούς, κότας, γουρουνιού, αλόγου, πάπιας, κατσίκας) σε μια αναλογία C/N (άνθρακα/αζώτου) 25 προς 1 -πχ στο άχυρο ο λόγος C/N είναι από 50 έως 150 προς 1 αναλόγως του φυτού απ' όπου προέρχεται, ενώ στο σκατό της κότας ο λόγος είναι 10 προς 1. Ο ελάχιστος όγκος που αυτά θα καταλαμβάνουν πρέπει να είναι 1m³. Καταβρέχεις (υπάρχει εμπειρικός τρόπος προσδιορισμού της σωστής ποσότητας νερού) και μετά από 4 μέρες ανακατώνεις το μείγμα -το μέσα έξω- και συνεχίζεις την ίδια διαδικασία ανακατώματος ανά 2 μέρες. Πλήθος μικροοργανισμών αναπτύσσεται, βακτηρίδια, μύκητες, ασπόνδυλα μικροσκοπικά ζώα και έντομα, διασπώντας και τρώγοντας τα συστατικά αλλά και το ένα το άλλο. Το μείγμα “βράζει” και όλα αποσυντίθενται, κομποστοποιούνται. Κάπως έτσι κάνεις σε λιγότερο από έναν μήνα ό,τι κάνει η φύση σε λίγα χρόνια. Το κομπόστ -έτσι ονομάζεται η τεχνική- αναπτύσσει θερμοκρασίες πάνω από 55ºC και τα ζιζάνια πεθαίνουν, καθώς και οι παθογόνοι οργανισμοί. Μένει στο τέλος ένα υπέροχο σκούρο χώμα γεμάτο από ζωή, έτοιμο να θρέψει όποιο φυτό φυτέψεις μέσα του. Κάπως έτσι αντιλαμβάνομαι (κι αν δεν αντιλαμβάνομαι έτσι θα ήθελα να αντιλαμβάνομαι) την γλώσσα -όχι την γλώσσα ενός λαού, αλλά την γλώσσα ενός δημιουργού, κι επειδή η λέξη δημιουργός είναι γελοία και αυτή, πιο σωστό θα ήταν να μιλάω για την γλώσσα του ζωντανού οργανισμού. Είναι μια εξίσου αλχημιστική διαδικασία κατά την οποία φτειάχνεις το χώμα όπου η σκέψη μπορεί να βλαστήσει και αναπτυχθεί ελεύθερα -χωρίς τη φροντίδα κάποιου ειδήμονα, όπως τα άγρια φυτά που αναπτύσσονται σε φυσικά τοπία και δεν χρειάζονται πότισμα, βοτάνισμα, λίπανση, φάρμακα. Γόνιμο χώμα. Υγειές. Στην πραγματικότητα δεν σ’ ενδιαφέρει καν αν βλαστήσει κάτι. Εκείνο που μετράει είναι το χώμα, να φτειάχνεις χώμα.
Όταν ο βενιζέλος με τη χυδαιότητα που χαρακτηρίζει την σκέψη του αρχίζει να ξεστομίζει λέξεις οι λέξεις θα προτιμούσαν να είχαν κάνει χαρακίρι. Κι εγώ θα προτιμούσα να μην είχα το κοινωνικό μυαλό να επεξεργάζομαι όλη αυτήν την τερατωδία. Η αντιστροφή του λόγου -που ακόμα αυτός κρατάει βαθιά τις ρίζες του στον χριστιανικό Λόγο- δεν σημαίνει πως ενώ κάποτε ο λόγος αντλούσε δύναμη από μια θεία καταγωγή ξέπεσε στα χέρια του διαόλου. Σημαίνει πως οι ίδιοι οι θεοί αποδείχτηκαν καθάρματα, προδότες, πως διάολος δεν υπάρχει. Στην σκέψη μου σημαίνει πως ενώ ο θεός κατασκευασμένος καθώς είναι από τον άνθρωπο έδειχνε πάντα τον περιορισμό μας, πάντα εκείνο που θα θέλαμε αλλά δεν αντέχουμε να είμαστε (μια φαντασίωση που ωστόσο στον πλάτωνα μέσω του Έρωτα ως δύναμης μαγνητικής που είλκυε τον εαυτό προς τις σφαίρες του αγαθού φάνταζε αρκετά καλή λύση για τον νου, και όπως και νά 'χε διατηρούσε μια τάση προς κάτι καλύτερο), άρχισε να εκπίπτει σιγά σιγά μέχρι να έρθει στα μέτρα μας. Μέχρι να περιοριστεί ο ίδιος και ο λόγος του, να σαρκωθεί ως άνθρωπος -όχι σύμφωνα με τον μύθο του χριστού αλλά σύμφωνα με τα πρότυπα των επιτυχημένων, κυρίαρχων, πνευματικών ανθρωποειδών. Δεν μ’ ενδιαφέρει αν υπάρχει ένα άλλο πνεύμα καθαρό ή αληθινό ή ό,τι άλλο, δεν μ’ ενδιαφέρουν ούτε αυτοί οι προσδιορισμοί. Χιλιάδες χρόνια ασχολούμαστε με το πνεύμα και χιλιάδες χρόνια οι άνθρωποι καταπιέζουν, σφάζονται, καταδυναστεύουν. Και δεν αναρωτιόμαστε μήπως κάτι πηγαίνει λάθος, μήπως όλα όσα λέμε έξω από εμάς, έξω από τον οργανισμό, είναι μπούρδες. Αν υπήρχε κάτι σ’ αυτό το πνεύμα θα έπρεπε να είχε ριζώσει στην ύλη. Θα έπρεπε να υπήρχαν λύσεις. Το μόνο που υπάρχει χιλιάδες χρόνια είναι ερωτήσεις, οι ίδιες ερωτήσεις, και ψέματα. Και ηλίθια ευκολοπιστία των λαών: οι σωτήρες που ξοδεύουν εκατομμύρια για να εκλεγούν, θα σε σώσουν ή θα προσπαθήσουν να βγάλουν κέρδος από την επένδυσή τους; Η κενότητα του λόγου όπως διαχέεται προς τα κάτω σαν σκόνη που κατακάθεται. Το ανόητο του πολιτικού -και όχι μόνο- λόγου που απλώνεται στη δύση σαν γάγγραινα. Ο βιτγκενστάιν που μάλλον δεν υπήρξε ποτέ, προϊόν κάποιας υπέροχης φαντασίας. Το εκδηλωμένο πνεύμα είναι εκτός ισορροπίας, πρησμένο από τα σκατά που γεννούσε και ανακύκλωνε, σε σχήμα γουρουνιού, ιδρωμένο και απαίσιο, ντυμένο με πανάκριβο κοστούμι. Κάποιοι, αυτοί που θα έπρεπε να εκτελεστούν από τον λαό αν ο λαός δεν ήταν τόσο ηλίθιος, ζούνε εξωτερικά και εσωτερικά κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση του πνεύματος τούτου. Και ο λαός προγραμματισμένος από τις μεγάλες παραδόσεις των κοινωνιών, από τα εργαστήρια του πνεύματος, σχολεία, πανεπιστήμια, μμε, αδυνατεί να μην πιστεύει σε τίποτα. Είναι εθισμένος στην σκλαβιά των λέξεων, εθισμένος στην σκλαβιά του πνεύματος που γεννάει σκλαβιά σωματική. Στο δεκανίκι. Στην ανάγκη των κατασκευασμένων προτύπων. Κλεισμένος σε σύνορα, δέσμιος της καταγωγής. Η ευθύνη της αυτοοργάνωσης τον τρομάζει. Οι αισθήσεις του σε κώμα: πως θα μπορούσε κάποιος να μου δείξει ένα πεθαμένο (φτωχό σε ζωή) χώμα και να με πείσει με λόγια και πνεύμα ότι είναι εξαιρετικής ποιότητας; πως συμβαίνει πχ να βλέπει ο άνθρωπος όχι με τα μάτια αλλά με τον κατασκευασμένο από την κοινωνία νου; Και τι γίνεται με τη λογική που μας έχουν πρήξει τ’ αρχίδια όλοι οι σύγχρονοι απατεώνες; Ο τρομερός γκόγια στο χαρακτικό του έλεγε πως όταν η λογική κοιμάται τα τέρατα ξυπνούν -“ο ύπνος της λογικής παράγει τέρατα”. Αυτά για εποχές φυσικά λιγότερο σχετιζόμενες με την τεχνική. Εποχές που δημιούργησαν ωστόσο πρότυπα ισχυρά τα οποία σιγά σιγά -και αρκετά γρήγορα είναι η αλήθεια- άρχιζαν να φθείρονται και να ερημώνουν για να μείνουν μόνο οι λέξεις τους, απόλυτες σαν τοτέμ, σαν θεοί, χωρίς κανένα περιεχόμενο που να περιέχει το φάσμα των αισθήσεων και της αλλαγής. Η λογική ως επιστήμη αφού ακινητοποίησε το σώμα έμαθε όχι μόνο να συμβιώνει με τα τέρατα αλλά και να τα παράγει η ίδια -να τα δημιουργεί- ώστε να ικανοποιεί τα σκοτεινά ένστικτα ενός καταπιεσμένου και ανικανοποίητου οργανισμού. Η έκφραση “τέρας λογικής” θα πρέπει να χρησιμοποιείται διαφορετικά, κυριολεκτώντας. Το τέλος του λόγου που είχε δει και αναλύσει ο αντόρνο είναι στην πραγματικότητα -και όχι απλώς στην κριτική του θεώρηση-, η σύνθεση ενός λόγου που περιέχει τη θέση και αντίθεσή του, είναι ένας σχιζοφρενικός λόγος. Δεν υπάρχει πρόοδος. Πίσω από κάθε λόγο τελικά, μέσα στην ψυχή που μιλούσε και ταίριαζε τις λέξεις, κρυβόταν ένας μεσαίωνας. Ζούμε την αυτοπραγμάτωση του πνεύματος που είναι η αυτοπραγμάτωση ενός μεσαίωνα.
Τα προβλήματά μας δεν έχουν τη ρίζα τους στους άλλους, στους πολιτικούς, στο δντ κτλ, όσο καθάρματα κι αν είναι, όσο κι αν τελικά καθορίζουν τις τύχες μας, αλλά σ' έναν μεγάλο βαθμό μέσα μας. Το πνεύμα που μας πουλάνε χιλιάδες χρόνια τώρα και καταπίνουμε με ηδονική λατρεία, οι άδειες λύσεις που μας δίνουν απλόχερα κι εμείς γινόμαστε ακόλουθοι μένοντας στο παρελθόν της δήθεν δωρεάς κι όχι στο παρόν των ματιών μας, η πίστη σε ανοησίες που ποτέ δεν γίνανε αντικείμενα ώστε να αξιολογηθούν καταλλήλως, τα πρότυπα που για χάρη της εικόνας τους -μια λάμψη ψεύτικη σαν το άγιο φως που δίνει ο θεός στους ορθόδοξους χριστιανούς το πάσχα- σπαταλάς όλη τη ζωή σου μάταια, όλες οι πεποιθήσεις, η ψυχή που ονειρεύεται τον ίδιο κόσμο με τους καταπιεστές της, να καταναλώνει, να βολεύεται, να πετυχαίνει, να εκσυγχρονίζεται, να λάμπει όπως οι πρωτεύουσες τη νύχτα. Ίσως καμιά φορά να βάζει λίγη τζαζ να παίζει πίσω από τα πλάνα, όμως πέρ’ από την ψευδαίσθηση της αλλαγής το σενάριο και η σκηνοθεσία παραμένουν ίδια -σκατά λοιπόν και δήθεν τέχνη. Τι θα ήταν αυτοί οι λίγοι παράφρονες, τι θα ήταν η διαστροφή τους, ποια η επιτυχία τους και οι πανηγυρισμοί τους αν εμείς δεν είχαμε ανάγκη από μπαμπάδες; Αν είχαμε ωριμάσει. Αν είχαμε γερές ρίζες στο χώμα. Αν δεν είμασταν εθισμένοι στην παραμύθα. Με τα “αν” δεν γίνεται δουλειά, το ξέρω, ούτε με τις θεωρίες, ούτε με τις αναλύσεις. Επαναλαμβανόμαστε και ζούμε τις ίδιες ξανά και ξανά καταστάσεις προσκολλημένοι στις ίδιες εμπειρίες που προσφέρει μια μνήμη γνώση, μια εξάρτηση βαρίδι, γέννημα κάθε φορά της κοινωνικής κατασκευής, που ωστόσο μας κάνει αναγνωρίσιμους στους εαυτούς μας ως εικόνες/αξίες ενός κοινωνικού κάθε φορά προτύπου και προβάλλεται στο μέλλον με ψεύτικο κάθε φορά πρόσωπο.
Παγκόσμια μέρα ποίησης, παγκόσμια μέρα της γυναίκας, παγκόσμια μέρα του πατέρα, παγκόσμια μέρα του μαλάκα γείτονα, παγκόσμια μέρα κατά των πάντων. Πάσχα, μάσα, νηστεία, υποκρισία. Παρέλαση. Καρναβάλια. Εκλογές. Μπακαλιάρος σκορδαλιά. Της παναγίας, του βαλεντίνου, της μάνας σου, του αγίου πεταμένου. Γκάλοπ. Χριστούγεννα. Βουδούγεννα. Τα σούπερ μάρκετ σχεδιάζουν τις παραγγελίες τους με βάση τις υπνωτισμένες ζωές του προγραμματισμένου πλήθους. Και δεν πέφτουν καθόλου έξω. Και πλουτίζουν. Και το πλήθος παραμένει ηλίθιο, προκαθορισμένο και ήπιο. Απ’ όλον τον ανθρώπινο πολιτισμό η μόνη συνήθεια που μ’ αγγίζει είναι ο χορός της βροχής.



δύο αντιποιήματα από το κρεοπωλείο
(Υπάγονται σε ένα βιβλίο που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, το “κατά της ποίησης ή γρονθοκοπώντας τη θεά του νου”, γραμμένο κατά το μεγαλύτερό του μέρος μέσα στο 2010. Τα συγκεκριμένα δύο ολοκληρώθηκαν πρόσφατα, τα “πνεύμα 2” (υπάρχει και “πνεύμα 1”) και “πίστη 1”. Μαζί με μερικά ακόμα αποτελούν μια μικρή οικογένεια, έχουν κάποια κοινά στοιχεία και διαφοροποιούνται από τα υπόλοιπα αντιποιήματα. Μου αρέσει να τα αποκαλώ “από το κρεοπωλείο”)

Σημείωση από το κρεοπωλείο: Το μοσχάρι προτού σφαχτεί αναισθητοποιείται. Συνήθως με πιστόλι που φέρει έμβολο περιορισμένης εξόδου το οποίο διατρυπά το κρανίο του ζώου προκαλώντας μη αναστρέψιμο εγκεφαλικό. Έπειτα κρέμεται ανάποδα με τσιγκέλια και με μαχαίρι του κόβουν με μια κίνηση την κοινή καρωτίδα αρτηρία, την τραχεία αρτηρία και την σφαγίτιδα φλέβα, μέχρι να αδειάσει από αίμα και στραγγίσει (εκτός γλώσσας, στην πραγματικότητα, η ποσότητα του αίματος που χύνεται και χάνεται φτάνει το 50% της συνολικής του ζώου. Ένα μεγάλο μέρος κατακρατείται στα όργανα και το υπόλοιπο -περίπου 20%- εγκλωβίζεται στους μυς). Πεθαίνει κατά την αφαίμαξη, κλινικά νεκρό, ζωντανό. Ο λόγος που γίνεται αυτό είναι η ζητούμενη ποιότητα του κρέατος, η τρυφερότητά του -συνεπώς η αυξημένη τιμή που θα λάβει κατά την πώλησή του- αλλά και η καλύτερη διατήρησή του (που πάλι σχετίζεται με το κέρδος) καθώς το αίμα φέρει πλήθος μικροβίων που φυσικά επιταχύνουν τη σήψη. Επιμένουν να αναφέρουν τους λόγους της όλης διαδικασίας ως ανθρωπιστικούς. Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ της αναισθητοποίησης και της αφαίμαξης δεν πρέπει να ξεπερνάει τα δεκαπέντε δευτερόλεπτα.
____
Πνεύμα 2

15 δευτερόλεπτα θα περάσουν
Από την αναισθητοποίηση στην αφαίμαξη του ζώου
Από το μη αναστρέψιμο εγκεφαλικό
Στο κόψιμο της σφαγιτιδικής αύλακας
Το νεκρό μοσχάρι
Η μυρωδιά του σφαγείου βαριά
Οι γάντζοι το μαχαίρι
Τα χέρια σου έπειτα θα πλύνεις
Ένα ποτάμι αίμα
Δίχως τύψεις
Ανέκφραστος θα συνεχίσεις με το επόμενο ζώο
Μια θάλασσα κρέας
Τη δουλειά σου κάνεις
Θα το σφάξεις ζωντανό
Θα τηρήσεις όλους τους τύπους
Όχι γιατί είσαι γιαπωνέζος
Ποτέ δε θα σ’ αγγίξει της τελετουργίας η κενότητα
Εσύ θέλεις αποτελέσματα
Κρέας τρυφερό που θα πιάσει καλά λεφτά
Το μοσχάρι πήρε θέση
Κι εσύ με το πιστόλι θα του τσακίσεις τον εγκέφαλο
Έτσι πρέπει
Μόνο όταν μπήγεις το λεπίδι θα του παίρνεις την ανάσα της καρδιάς
Γλιστρά σαν βούτυρο
Ζωή που φεύγει
Θα τελειώσει η βάρδια και θα πλυθείς και πάλι
Βούρτσα για τα νύχια
Απολυμαντικό
Κρύο και ζεστό νερό
Βγάζεις τη στολή
Και ντύνεσαι ό,τι θέλεις
Η μέρα απλώνεται
Θα την αδράξεις
Για καφέ ή για μεζέ και ξίδι
Ξοδεύοντας χαμόγελα ξοδεύοντας ζωή
Με τσέπες γεμάτες από ιδέες
Πίστη πολιτισμός υπακοή
Αρκεί να πληρώνεις το κοινωνικό πνεύμα
Ψυγείο η ψυχή σου που καταναλώνει τόσο ρεύμα
Μόνο και μόνο για να σε γνωρίζεις
Αν δεν ξεδιπλώσεις εαυτούς πως θα αποκτήσεις έναν
Να ξέρεις τι σου γίνεται
Που πατάς
Ποιος θα μπορέσει να σε κατατάξει
Βράδυ
Μπαίνεις στο σπίτι και νιώθεις μόνος
Αλλά πρέπει να κοιμηθείς και γλυτώνεις
Ξυπνάς στις 4 και μισή
Αύριο πάλι αναισθητοποίηση κι αφαίμαξη πάλι
Μοσχάρια ατελείωτα σαν σκέψεις μιας ζωής
Μπορεί να κρατούν κι αιώνες
Που τα 15 δευτερόλεπτα τις βάζουν σε μια τάξη
Μεγάλωσες κι εσύ φυσιολογικά
Στο θρανίο με τον πράσινο πίνακα και τον κιτς χριστό
Με πρωινή προσευχή και μια φορά τον μήνα εκκλησία
Με ηλίθιους δασκάλους που σεβόσουνα
Γεμάτος όνειρα και ιδανικά
Τυλιγμένος από φύλλα ευαισθησίας
Μπουκωμένος με ιδέες και πιπεριές
Ντομάτα και φέτες από μπέικον
Τσιγαριστός στη γάστρα και στον φούρνο
Λίγδα που δε σ’ αφήνει ν’ αφυδατωθείς
Τσιτωμένος σαν κώλος πλαστικός να στέκεις
Σαν πορνοστάρ
Με τσιμπουκόχειλο κι εγκέφαλο από σιλικόνη
Ν’ αναζητάς μια εύκολη ζωή
Κι είναι παράδοξο που είσαι δυστυχής
Ω ψυχή τρυφερή
Καθαρισμένη με λέιζερ
Φαλακρή
Ανικανοποίητη
Ο δονητής σού λείπει
Μέρα νύχτα ν’ ανακατεύει τα σωθικά σου
Κι εσύ να χαίρεσαι
Μοσχάρι
Η δική σου η φυλή είναι ελάχιστα διαφορετική
Από ένα λιμουζίν
Ένα μοσχάρι σαρολέ ή μπλε του βελγίου
Από την αναισθητοποίηση στον τάφο πόσο να διαρκεί
Σαν θεωρία
Το συντηρητικό που σε κρατεί
Βλέπεις στην περίπτωσή σου κανείς δε θα φάει τις σάρκες σου
Είναι το πνεύμα που αποκτά καλή τιμή
Γιατί αυτό θα διαιωνίσει εσένα
Σου είπαν
Τον πολιτισμό σου
Τον δολοφόνο που θα κόψει την ανάσα της καρδιάς σου
Δεν σου είπαν
Σκλάβε
Ο ρεαλισμός σου είναι στρεβλός
Η φαντασία ξεπέρασε την πραγματικότητα
Κι αυτό είναι φρικτό
Μοσχάρι ανθρώπου
Τριαντάχρονο ή πενηντάχρονο ή μοσχάρι αιώνα
Δεν έχει σημασία η εμπειρία
Η ποιότητα εδώ παραμένει ίδια
Αφού για σένα η ζωή δεν είναι
Τίποτα
Έν’ απαραίτητο διάστημα
Εκτροφή
Μια κατασκευασμένη αναγκαιότητα που μεσολαβεί
Από την αναισθητοποίηση στον θάνατο


Σημείωση από το κρεοπωλείο: Ο μεγάλος ψοΐτης με τον λαγόνιο είναι οι μύες που αποτελούν το φιλέτο στα βοοειδή. Είναι εκλεκτό κομμάτι, το περιβόητο bon fillet, ιδιαίτερα τρυφερό καθώς αυτό δεν εργάζεται όταν το σώμα κινείται, και κοστίζει σήμερα γύρω στα τριάντα ευρώ το κιλό.
____
Πίστη 1

Σε πόθησε
Μια ζωή στο κρεοπωλείο από τα χαράματα
Παραλαβή και προετοιμασία
Για να μπεις εσύ και να ‘ναι όλα έτοιμα
Η σπάλα το κότσι ο ποντικός
Σνίτσελ μεγάλα και περιποιημένα
Μπριζόλες υποδειγματικά δουλεμένες με το χέρι
Ξανθιά και έλουσες με το λευκό σου δέρμα τον μέσα του πάγκο
Λεπτά δάχτυλα με ακριβείς κινήσεις
Σαν γάλλος βραβευμένος κρεοπώλης
Έργα τέχνης που σαν θα φας θ’ ανυψωθείς
Του χαμογέλασες και ζήτησες κάτι
Ό,τι νομίζει
Σ’ εμπιστεύομαι του είπες
Κι έστριψες πάνω στα τακούνια σου
Ποτέ σου δεν ήσουν σίγουρη
Κι αυτό σε έκανε πολύτιμη
Να σου δάγκωνε τον αυχένα απαλά
Να σε χούφτωνε με την παλάμη
Σάρκα γυμνή
Με ανάσες κομμένες
Στις φλόγες να παραδοθείς
Στη γλώσσα του να σε γευτεί
Και στα σπλάχνα του ν’ αποσυντεθείς
Ποτέ του δεν έμαθε πως ήταν η δουλειά σου
Να τους δίνεσαι σαν κορίτσι ερωτευμένο
1200 ευρώ τη βραδιά
Κρέας για πούλημα
Θα σε υπολόγιζε αμέσως
Τα 52 σου άτριχα κιλά
Με τα βαμμένα μπλε νύχια
Μια απλή διαίρεση χωρίς συναισθηματισμούς
Σαν καλός επαγγελματίας
23 ευρώ το κιλό
Αξίζεις
Σίγουρα αξίζεις θα σκεφτόταν
Αν μάθαινε για σένα
Αν δεν ήθελε να γαμήσει
Αν ήταν εξωγήινος
Τώρα όμως δουλεύουν οι αισθήσεις
Τώρα που σε ποθεί σαν να ‘σουν μια ιδέα
Ανεκτίμητη
Κι ας είσαι στην πραγματικότητα
Πιο φτηνή από μπον φιλέ


γ. γεωργίου

9 σχόλια:

  1. είναι πολύ αληθινά τα ποιήματα.
    Πολύ σκληρά.
    Ισως και το κρέας να'ναι.
    Θα επιστρέψω με το κείμενο τις άλλες μέρες.

    Χρήστος Μαθιουδάκης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Kαλώς σε βρίσκω Γιώργο. Πέρασε καιρός που δεν μιλήσαμε αλλά πάντα σ' έχω στο μυαλό μου.

    Κώστας Παπαθανασίου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ίσως είναι σκληρά, φορές βλέπω ένα είδος χιούμορ, ωμό ίσως, δεν ξέρω. Δεν έχω τρόπο να τα δω από έξω, από μέσα, ή από όποια άλλη “πνευματική” τοποθεσία (το συζητήσαμε τις προάλλες). Αληθινά… πάλι δεν ξέρω -θέλω να πω, είναι αληθινά από τη στιγμή που προσπαθώ να γράψω ένα αίσθημα με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, αληθινά ως προς τον οργανισμό μου, όχι όμως αληθινά ως προς κάποια εξωτερική αλήθεια. Τα βρίσκεις αληθινά, κι εδώ έχουμε το σημείο επαφής -ένα “κοινό” ανακάτωμα σωθικών.

    Γειά σου κώστα. Κι εγώ σε σκέφτομαι -μου ‘ρχεται φορές σαν αέρας ο πέτρος, εσύ, το τασάκι πνιγμένο στη γόπα. Προχθές διάβασα τα: “μένγκελε” και “οι καρχαρίες” του θανάση -τρομερά έργα- και σας σκέφτηκα όλους πάλι.
    Να βρεθούμε κάνα βραδάκι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πνεύμα 2 - ανατρίχιασα...
    Welcome back Γιώργο!

    Νικόλας Καλλιπολίτης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Γειά σου νίκο. Να 'σαι καλά φίλε κει πέρα -θα τα πούμε και σάρκινα, σχετικά σύντομα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. ΤΟ ΒΟΔΙ-ΔΩΡΟ

    Φίλε Γιώργο, πολύ χαίρομαι που σε "πετυχαίνω". Δεν ξέρω τελικά αν το είδες το ποίημα "ΤΟ ΒΟΔΙ-ΔΩΡΟ" που σου είχα πει τότε στο Φλου. Το παραθέτω. Θα χαρώ πολύ να τα πούμε. Πάντως συναντηθήκαμε. Επιτυχημένο αυτό που λες, γνήσιο, το "από κρεοπωλείο"

    Ήρθαν επίσκεψη οι Γεωργίου
    κρατώντας ένα βόδι τεράστιο αγκαλιά
    -αντί για λουλούδια ή γλυκά-
    ακέφαλο, γδαρμένο

    «ορίστε, ευχαριστούμε
    λιγάκι λερωθήκατε,
    συμβαίνουν αυτά μα δεν πειράζει»

    αναγκαστήκαμε να πούμε την αλήθεια
    «το κρέας που έχετε στο στόμα σας
    δεν είναι το παιδί σας»

    «το υποπτευθήκαμε οφείλουμε να πούμε,
    σηκώστε τώρα το κεφάλι σας σειρά σας
    που είναι η γυναίκα σας, αναρωτιέστε;
    λείπει η γυναίκα σας δεν είναι στην καρέκλα»

    στην αγορά τη σερβίρουν μουσακά
    εξαίσιες μέρες γιορτινές
    το κλίμα οικείο γιορτινό
    στις κεντρικές πλατείες
    σπάζουν τα πράγματα
    σούστες πετάγονται και εξαφανίζονται
    τρίζοντας
    αινίγματα σκάνε σκορπίζουνε
    σαν κόκκινες κορδέλες
    σπασμένα –τα πορσελάνινα- παιδιά
    σπασμένα και κενά
    καθώς ο κόσμος

    ___
    βλ. http://stachtes.stratosfountoulis.com/28.html#xvi

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Σ’ ευχαριστώ πέτρο για την παράθεση. Δεν το είχα δει, όχι. Είναι πραγματικότητα πως δεν ασχολούμαι εδώ και καιρό με όσα αποτελούσαν κέντρο μου για πάνω από μια δεκαετία. Γιατί στην πραγματικότητα κέντρο δεν υπάρχει, ή ό,τι ρέει εκεί δεν μορφοποιείται πια. Έχω βυθιστεί στο χώμα. Εκεί που ένα δάσος, μια κορυφογραμμή, ένα παρτέρι με άγρια βότανα, η ολοένα αναδυόμενη ζωή, σε κοιτάζουν. Είναι ένας άλλος ρυθμός. Κενός από βλέμμα γίνεσαι το “αντικείμενο” παρατήρησης. Αυτό είχα κάνει στην πτυχιακή μου, σκέφτομαι -αποτελούσε το πρώτο μισό μιας εργασίας (για το δεύτερο μισό έχω γράψει εδώ, παλιότερα, στο ποστ “πτυχιακή”) που κύριο θέμα της ήταν το βλέμμα. Μία κατασκευή σε σχήμα τηλεφωνικού θαλάμου τοποθετημένη σε σκοτεινό χώρο έτσι ώστε μόνο να διαγράφεται αμυδρά η βουβή του όψη. Κάποτε, ο θεατής με προδιάθεση να προσεγγίσει και να καταλάβει το έργο, έφτανε στην πλευρά του θαλάμου που ήταν ανοιχτή και οδηγούσε μέσα, στα σπλάχνα του. Τότε ήταν που άναβε το φως (δούλευε με φωτοκύτταρο), μόνο όταν ο θεατής επέτρεπε στο έργο να τον καταπιεί, τότε μόνο η πρόσβαση στον κόσμο του έργου ήταν δυνατή -τη στιγμή που κάποιος διεκδικεί κάτι, ρισκάρει κάτι. Έμπαινες μέσα και το διαφανές πλέξι γκλας σε χώριζε από το εσωτερικό τής απέναντι πλευράς όπου μια επικολλημένη αφίσα -μεγέθυνση ενός εξωτερικού χώρου- με πρώτο πλάνο εμένα φωτογραφημένος σε φυσικό μέγεθος σε κοιτούσα σε στάση που θύμιζε τον θωμά από την απιστία -δυσπιστία, καλύτερα- του καραβάτζιο με προτεταμένο δάχτυλο σαν να προσπαθεί να πλησιάσει και να εισχωρήσει στην πληγή, να την ψηλαφήσει -τη δική σου πληγή- ανοίγοντας τον χώρο μπροστά σου. Στο πλέξι γκλας αναγραφόταν “εκπτώσεις” ανάποδα -διαβαζόταν από τον έξω κόσμο όπου η φωτογραφία του δύσπιστου “δημιουργού”, σε αμφισβητούσε. Υπήρχε μια αντιστροφή, η νεκρή φωτογραφία ως ο έξω κόσμος γινόταν πιο αληθινή από την έγκλειστη παρουσία σου που έμοιαζε με τη ζωή μιας κούκλας σε βιτρίνα καταστήματος, ζωντάνευε, κι εσύ γκρεμιζόσουν, έκπτωτος, μαζί με την κατασκευασμένη, από την κοινωνία, ηγεμονία του βλέμματος. Ο παρατηρητής γινόταν αντικείμενο παρατήρησης.
    Αυτό λοιπόν ήταν το προϊόν μιας θεωρητικής κυρίως εργασίας με περιτύλιγμα εικαστικό. Και σαν ένα είδος σκεπτομορφής, παρά τη δική του θέληση, απέρριπτε τον ζωντανό, ανακυκλούμενο κόσμο, μπρος στην ακινησία του δικού του βάθρου. Είπα το παράδειγμα αυτό για να επισημάνω πως τόσες και τόσες σκεπτομορφές μορφοποιούν και κυριαρχούν τη ζωή μας έτσι ώστε να γεμίζουν το κενό με ύλη, τον εσωτερικό εαυτό, το εγώ, το κέντρο, με αντίτιμο το λιγόστεμα της σάρκας, τον περιορισμό του ζωντανού οργανισμού. Κάποτε ίσως συμβαίνει έτσι τυχαία -δεν κάνεις κάτι συγκεκριμένο, δεν το έχεις σχεδιάσει- να βρίσκεσαι στην κατάσταση που μπαίνεις μέσα στον δικό σου θάλαμο και ο έξω κόσμος όπως και ο μέσα είσαι πάλι εσύ ο ίδιος, όχι σε ένα καθρέφτισμα, αλλά σε μια διαίρεση της μονάδας, του κέντρου, μια θέση-αντίθεση που δεν κατασκευάζει καμία σύνθεση μα σβήνει μέσα σε ένα μηδέν. Αυτό το “ίδιος”, “εσύ ο ίδιος” δεν υπάρχει παρά μόνο στον νου μας, αυτός το δημιουργεί. Το βλέμμα δεν βρίσκει διέξοδο -δεν μπορεί να ακουμπήσει πάνω στη θεωρία και να ριζώσει- αυτοαναφλέγεται και εξαφανίζεται. Αν κοιτάς το δέντρο τότε αυτό κοιτάει μέσα από σένα. Θυμάμαι τον νίτσε και την άβυσσο. Δεν μπορεί να υπάρχει μέσα και έξω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Ξεκίνησα να καλλιεργώ τη γη -όχι με τον συμβατικό ή βιολογικό σύγχρονο τρόπο αλλά με τον φυσικό, πλησιέστερα στην καλλιεργητική μέθοδο των ινδιάνων. Σε τέτοιους άθλιους καιρούς είναι σημαντικό να έχεις τη δυνατότητα να πας πίσω στον χρόνο, αντίθετα από τη μανιώδη κίνηση προς τα μπρος -“δεν μπορεί παρά να είναι το τέλος του κόσμου, προχωρώντας” που έγραψε ο πιτσιρικάς ρεμπώ. Είναι γεγονός πως ασχολούμενος με τη γη τουλάχιστον δε θα πεινάσεις. Κάτι θα φας, κάτι θα βοσκήσεις. Άσχετα αν δεν έφαγα τίποτα ή ελάχιστα από τα τόσα πολλά που έσπειρα -σίγουρα πάνω από 100 είδη βοτάνων, δέντρων, κηπευτικών κτλ- μιας και τα περισσότερα που φύτρωσαν δεν τα έκοψα αφού αυτήν την πρώτη φορά έπρεπε να αισθανθώ όλη την κίνησή τους, όλη τους τη ζωή συμπεριλαμβανομένου του θανάτου. Η επιβίωση έρχεται πάντα πρώτη, εκτός κι αν αυτό που συμβαίνει είναι κάτι τόσο παράδοξο για τον προγραμματισμένο μας νου όσο είναι το φυσικό: ολόκληρο το φυσικό τοπίο με τα ιδιαίτερά του χαρακτηριστικά που δεν υποτάσσεται ούτε υπερβαίνει -αλλά εργάζεται προς όφελος ενός μεγαλύτερου οργανισμού, σαν άλλα κύτταρα, και εσύ ο παραβάτης, ο ξένος, που πρέπει να παραδοθείς εκεί, στον ρυθμό, να γίνεις ρευστός, χωρίς κέντρο, άδειος από πολιτισμό, μόνο με την τάση να συνεργαστείς, να γίνεις φυσικός. Έχει προηγηθεί ένας θάνατος, κοινωνικός και ψυχολογικός -που είναι το ίδιο αφού η ψυχή είναι κοινωνική κατασκευή- και ακριβώς λόγω αυτού, λόγω της υποχώρησης και διάλυσης της κατασκευής, ούτε καν η επιβίωση μπορεί να χωριστεί από τη φυσική ροή και να γίνει αντικείμενο σκέψης, ούτε καν αυτή δεν γίνεται να την σκεφτόμαστε ως κάτι πχ πρωτεύον. Ο φυσικός οργανισμός έχει την απαιτούμενη ευφυία ώστε να επιβιώνει. Δεν ζω για μένα, εννοώ για ένα κέντρο που ζητάει να γεμίζει με ιδέες και να εκμεταλλεύεται σάρκες. Ζω για τη ζωή, γιατί είμαι ζωντανός, και αυτό μετράει, δεν μου ανήκω, χωρίς να ανήκω πουθενά, είμαι απλώς μια έκφραση αυτής της ζωής που πρέπει να βρει διέξοδο μέσα από το παρόν, μια γλώσσα χωρίς λέξεις, ένα ενδιαφέρον τίποτα που δεν μοιάζει σε τίποτα κι ούτε καν ενδιαφέρεται γι’ αυτό: να μοιάζει ή όχι κάπου. Εν μέρη όλα αυτά μπορεί να ακούγονται σαν αφηρημένες σκέψεις, ή ακόμα σαν παπαριές, δεν είναι όμως, ίσως είναι κακές διατυπώσεις μιας αίσθησης που δεν περιγράφεται. Είναι νωρίς ακόμα για όλα αυτά. Ίσως δεν χρειάζεται καν να μπουν μέσα στις λέξεις.
    Μιλώντας λοιπόν στο σήμερα που πολλά στομάχια είναι άδεια βρίσκω χυδαίο να πουλάει κανείς πνεύμα. Κι επειδή τα λόγια συνήθως εξαπατούν ντρέπομαι κάπως για όλα όσα γράφω. Περισσότερο γιατί εκτός της κίνησης του οργανισμού όλα τα άλλα εκπίπτουν σε ιδέες, σε λίμνες που φτειάχνουν νερά στάσιμα. Πως να τ’ αποφύγω όμως; Ποιον ενδιαφέρουν όλα αυτά; ίσως δεν θα έπρεπε κανέναν.
    Απλώς ερεθισμός, κίνηση στην κίνησή σου.

    Διάβασα φυσικά τα ποιήματά σου στο λινκ που άφησες. Με έκανες να προσπαθήσω να μπω στο frame του πνεύματος ξανά. Δεν παραπονιέμαι! Ούτε αρνούμαι την έλξη του όταν μέσα του κρύβονται τάρταρα. Έχει πάει πιο βαθιά η φωνή σου, μέσα από τις παύσεις που δεν είναι κανείς σίγουρος αν δίνουν φορές ανάσα στο σκοτάδι ή προκαλούν ασφυξία -που φορές μπορεί να είναι και τα δύο, σαν τη μαύρη οθόνη στο “ουρλιαχτά για τον σαντ”, μαύρη οθόνη και σιγή, η κορύφωση μιας έντασης. Μου πάει όλο αυτό και με αγγίζει πριν τη σκέψη. Συγχαρητήρια για το έργο σου.

    Χαίρομαι που ήρθαν επίσκεψη οι παλιοί μου φίλοι

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Φίλε Γιώργο, σήμερα σε διαβάζω και συγκινούμαι. Μεταφέρεις πολύ "ωραία-ιδιαίτερα" τη σχέση σου με τον χώρο και τον εαυτό ως χώρο και ως δυνατότητα. Οι παύσεις σου, οι ανάσεις σου αποκτούν κάτι το "φυτικό". Ριζώνεις αλλιώς στον χώρο. Άλλου τύπου "πλέον" οι εκβλαστήσεις σου. Χαίρομαι που το πραγματικό σε εμπεριέχει και που κατόρθωσε να οδηγήσει στην "εκτέλεση" σου.

    Οι παλιοί σου φίλοι είναι πάντα εκεί, μαζί.

    Σε ασπάζομαι,
    Πέτρος

    ΑπάντησηΔιαγραφή