Every work of art is an uncommitted crime


-Theodor Adorno-

daDa ποiησΗ dAda λογοtεΧνiα dadA pUnk dADa

Τελάλης:

Παρασκευή, Νοεμβρίου 26, 2010

από την Κόλαση -ένα βιβλίο ΑΛΧΗΜΙΣΤΙΚΟ. του Arthur Rimbaud


εγώ είναι ένας άλλος



Όταν πρόκειται να θυμηθώ πράγματα και γεγονότα από τη ζωή μου ξέρω ότι δεν μπορώ να εμπιστεύομαι έναν τέτοιο νου που δουλεύει -όπως κάθε νους- ως συνήθως για πάρτη του, επιθυμώντας στολίδια και πετράδια και στόματα ανοιγμένα ακόμα κι όταν παρουσιάζει μια εξαιρετικά προσεγμένη επικάλυψη από πνεύμα. Έτσι ξεκίνησε από μια τέτοια καχυποψία για να γίνει κατάσταση ενός διαλυμένου νου που αδυνατεί να συνδέσει την τεμαχισμένη πραγματικότητα με άλματα στημένα. Θυμάμαι ασφαλώς πότε πρωτοδιάβασα ρεμπώ, θυμάμαι επίσης να διαβάζω ξανά και ξανά τα βιβλία του για κάποια χρόνια. Νομίζω δε ότι πολλά εκεί μέσα στο παρελθόν είναι σάρκες βουτηγμένες σε βρώσιμα οξέα, σάρκες που ωριμάζουν και εκλεπτύνονται, ωστόσο αγγίζουν μια φαντασία αδιέξοδη, ίσως λυτρωτική. Δεν έχω τρόπο να ξεχωρίσω το όνειρο από την πραγματικότητα όσον αφορά μια εποχή η οποία χαρακτηρίζεται από τη σκοτεινιά της, μέσα από δυο μάτια που κοιτούσαν χωρίς να βλέπουν πραγματικά αλλά αναδημιουργούσαν ένα πελώριο φίλτρο που σαν πέπλο αγκάλιαζε το κάθε τι, μια προστασία του αδύναμου, προστασία παιδική. Προσπαθώ να γράψω δυο τρία πράγματα από τότε και γνωρίζω πόσο επιφυλακτικός πρέπει να είμαι, να πατάω με τις μύτες, σαν κλέφτης με κάλτσα στο κεφάλι και φακό, ακούγοντας τον παραμικρό θόρυβο, την πιο ελάχιστη μεταβολή από μια κατάσταση σιωπηλής μέθης. Το “μια εποχή στην κόλαση” ήταν από τα πρώτα βιβλία ποίησης που διάβασα, και γενικά ένα από τα λίγα βιβλία ποίησης που κάθισα να διαβάσω. Από μικρός είχα μια εμμονή με τα ομηρικά έπη και τις διάφορες μυθολογίες, να σκηνοθετώ και να παίζω, να εμφανίζομαι σαν ήρωας μπροστά στους ύπουλους θεούς και να λυγίζω κάτω από το κοντάρι τους, να γουστάρω τον αίαντα και την κομμένη στα δύο στιγμή μιας ύβρης, να είμαι με τον έκτορα στη μονομαχία του με τον μαμόθρεφτο αχιλλέα. Με τον άμοιρο γερο-πρίαμο, με τον πολύφημο. Ήμουν δεκαεννιά χρονών, η εποχή στην κόλαση με άφησε άναυδο. Σαν κλοτσιά χτύπησε όλα τα μέσα μου, σαν βόμβα που ρευστοποιεί το σώμα, το αλλάζει για πάντα. Το ιδιοφυές κωλόπαιδο που σταμάτησε να γράφει στα είκοσί του χρόνια, που έφυγε στην αφρική τυχοδιώκτης, που γύρισε πίσω κι είχε ένα πόδι λιγότερο, που πέθανε κάτω από παραλήρημα και πυρετό, που ό,τι έγραψε ήταν μια σάρκα φωτιάς, μία δύναμη ανατριχιαστική ενός σπάνιου τέρατος, παραμορφωμένου, λαμπερού. Με στοίχειωσε το έργο και η ζωή του.

***
Πρωινό μέθης

Ω Αγαθό μου! Ω το Ωραίο μου! Φανφάρα βάναυση όπου δεν σκοντάφτω καθόλου! Στρέβλη μαγική! Ουρρά [hourra] για το ανήκουστο έργο και για το θαυμαστό σώμα, για πρώτη φορά! Αυτό άρχισε κάτω από τα γέλια των παιδιών, θα τελειώσει απ’ αυτά. Το δηλητήριο τούτο θα μείνει σ’ όλες τις φλέβες μας, ακόμα και όταν, καθώς η φανφάρα στραφεί, θα παραδοθούμε στην παλιά δυσαρμονία. Ω τώρα, εμείς τόσο άξιοι γι’ αυτά τα μαρτύρια! Ας μαζέψουμε με θέρμη αυτή την υπεράνθρωπη υπόσχεση καμωμένη στο πλασμένο σώμα μας και στην ψυχή μας: αυτή την υπόσχεση, αυτή την παραφροσύνη! Η κομψότητα, η γνώση, η βιαιότητα! Μας υποσχέθηκαν να θάψουν στη σκιά το δέντρο του καλού και του κακού, να εξοστρακίσουν τις τυραννικές εντιμότητες, για να οδηγήσουμε τον πολύ αγνό μας έρωτα. Αυτό αρχίνησε με μερικές αηδίες και αυτό τελείωσε, μην μπορώντας να μας αρπάξει αμέσως απ’ αυτή την αιωνιότητα, -αυτό τελείωσε μ’ ένα σκόρπισμα αρωμάτων.
Γέλιο των παιδιών, διακριτικότητα των σκλάβων, αυστηρότητα των παρθένων, φρίκη των μορφών και των εδώ αντικειμένων, να ‘στε καθηγιασμένοι με την ανάμνηση αυτής της αγρυπνίας. Αυτό άρχιζε με μια ολάκερη χωρατιά, να που τελειώνει με αγγέλους φλόγας και πάγου.
Μικρό ξενύχτι μεθυσιού, άγιο! όταν αυτό δε θά ‘ταν παρά για τη μάσκα που μας χάρισες. Σε βεβαιώνουμε μέθοδε! Δεν ξεχνούμε ότι δόξασες χθες την καθεμιά από τις ηλικίες μας. Έχουμε πίστη στο δηλητήριο. Ξέρουμε να δίνουμε τη ζωή μας ολάκερη κάθε μέρα.

Νάτη η εποχή των δολοφόνων.

(σε μτφ. αλέξη ασλάνογλου, από εκδ. ηριδανός)
***



Κάποια νύχτα φορτισμένος τον έβαλα και πάλι να γράφει, από την κόλαση, εκατόν έντεκα χρόνια μετά τον νοέμβριο του 1891, τότε που άρρωστος, με τη φροντίδα της ισαβέλλας της αδερφής του, με το πόδι κομμένο, με έναν παπά που προσπάθησε ν’ αδράξει τη στιγμή αδυναμίας του ετοιμοθάνατου και να τον κάνει να “εξομολογηθεί”, ασπάζοντας τον χριστιανισμό που τόσο απεχθανόταν, πέθαινε, πεθαίνοντας μέσα στην παραίσθηση. Γράφει ξανά εκατόν έντεκα χρόνια μετά, γράφω μέσα από τα μάτια του, που ωστόσο είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τα δικά μου ως εκείνου που σχίζεται, επηρεάζομαι σε βαθμό που να υποφέρω. Αντιγράφοντάς το τούτο το βιβλίο στον υπολογιστή και κάνοντάς το pdf, συνεπώς διαβάζοντάς το ξανά έπειτα από χρόνια όπου ξεχασμένο αυτό μ’ έκρυψε κι εμένα από τη μνήμη μου, με σόκαρε. Δεν το θυμόμουν καν -το ξέθαψα και μ’ εκδικήθηκε. Μία στιγμή, μία φάση, μια απειροελάχιστη διακύμανση του εγώ, των παραισθήσεων, του μύθου, της έντασης του νά ‘σαι νέος. Δεν είχα εικόνα του εαυτού μου τότε, όχι καθαρή. Με έκανε να με δω τότε, να δω τις αδυναμίες και εκείνο το άτιμο, αδυσώπητο και κυρίαρχο εγώ που με απειλούσε πάντα, πάντα τη ζωή μιας επιφάνειας. Ένα μέσα επικίνδυνο όσο και το έξω, ψεύτικο όσο και ο κόσμος όλος. Ωστόσο ελκυστικό. Υπερχείλιση δύναμης. Ωστόσο ικανοποιητικό το ότι τουλάχιστον μπορώ να δω εκείνη τη συνέχεια ενός σώματος που προσπαθεί να εκφραστεί ξερνώντας τα τοτέμ, και όπου κάθε έκφρασή του είναι μια αύξηση της φυσικότητάς του -γέρνει προς δικό του όφελος. Χωρίς όφελος άλλο κανένα, εξωτερικό ή εσωτερικό.
Ομολογώ πως με τρομάζει η έκθεση κι ας μην είμαι εγώ αυτός που γράφω, κι ας είναι κάποιος άλλος, κάποιος που έζησε μια στιγμή πριν χαθεί μαζί με το μάταιο της όλης κίνησης, της όλης προβολής. Αν εύχομαι κάτι είναι να ζήσει τούτο το βιβλιαράκι τη ζωή του έξω από μένα, χωρίς εμένα. Σαν να μην υπήρξα ποτέ. Παραδίδω εκείνη τη στιγμή έντασης σε ένα φάγωμα οργιαστικό. Ας μείνει στο τέλος η οσμή εκείνου του αλαζονικού και αυθάδη ποιητή από τις αρδέννες. Άχυρο και ξυλοπάπουτσα και μαλλί βρόμικο. Με το τουφέκι στα χαρακώματα του παρισιού. Πίνοντας αψέντι και κατουρώντας τους ποιητές. Χαρτογραφώντας στην αφρική περιοχές που άλλος ευρωπαίος δεν είχε ποτέ του πατήσει. Γελώντας παιδί.
Ένα κόσμος δρόμος, γεμάτος από πινακίδες και όρια ταχύτητας, πρησμένος από τον κώδικα οδικής, από μπάτσους και πομπές εξουσιαστών, εκκλησάκια, επικίνδυνη στροφή, κατολισθήσεις -προσοχή αγελάδες! Απαιτείται μια ανάσα μόνο για να γεμίσουν τα πνευμόνια με δάση και αναρχία. Μια στάλα ζωής αρκεί η φλόγα να μην σβήσει, μια τζούρα οξυγόνου και όλος ο κόσμος μπορεί να πάρει φωτιά.

γ. γεωργίου

------------
σημείωση: οι φωτογραφίες ανήκουν στον david wojnarowicz, από τη σειρά " Rimbaud in New York 1978-1979"

****



το βιβλίο:
το οποίο μπορείτε να διαβάσετε, τυπώσετε, αντιγράψετε

3 σχόλια:

  1. Γιώργο Γιωργίου εξαιρετικός και πάλι. Σε ευχαριστώ. Μου "προκάλεσες" και ένα ποιήμα πριν δύο μήνες, το οποίο ξεκινά ως εξής: "Ήρθαν επίσκεψη οι Γεωργίου". Σε παρακολουθώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Αυτή η ανάγκη που σε κατατρέχει για τόσες αλλεπάλληλες αντιθέσεις δεν θα πάψει ποτέ.Αλλεπάλληλες ξανά κι εδώ.
    Παρουσίαση μέσα απο τα μάτια σου και πιό πίσω στο μυαλό σου.
    Δεν είναι υπέροχο που γράφουμε λέξεις σιγανές σα την φωτιά καμιά φορά..?
    Είναι υπέροχο που αυτές οι καταγεγραμμένες σκέψεις ξεκινάνε απ'το "μέσα" μας και σταματάνε στην μελάνι του στυλού.. στα πλαστικά πλήκτρα του πληκτρολογίου.. ανείπωτες του στόματος..,ξεδιπλώνονται καθώς ανοίγουν μέσα μας σα θηρία.
    Είμαι οπαδός των λέξεων που δεν προφέρονται απο τις φωνητικές χορδές.Μονάχα βγαίνουν απο τα σπλάχνα μας.γελάμε,κλαίμε σιγανά.Κανείς να μην καταλάβει τίποτα..και μόνο το χαρτί θα γνωρίζει την στιγμή..,ο γραφικός χαρακτήρας.. οι συνέπειες..
    Είναι πολλά γραπτά σου που θέλω να δω τα χειρόγραφα.Να νιώσω το συγκεκριμένο δευτερόλεπτο που το χαρτί πονάει,ουρλιάζει "σταμάτα",μα εσύ εκδικείσαι.
    Τις απολαμβάνω με ποτήρια κρασί.
    Πολύ δυνατό κι αυτό.Νοσταλγικό τελείωμα στην σημείωση αυτή.Ποιητικό.

    Χρήστος Μαθιουδάκης.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Καλησπέρα.
    Τι μου θύμησες πέτρο…
    Έτσι έγραφα το όνομά μου στο δημοτικό κι οι δασκάλοι με μαλώνανε -όπως μαλώνουν τα παιδιά σαν θεωρούν πως κάνουν χαζομάρες ή απλώς λάθη που δεν έπρεπε- λέγοντάς μου συνεχώς πως είναι “γεωργίου” κι όχι “γιωργίου” που το έγραφα. Τους έλεγα πως εμένα έτσι μου αρέσει. Αλλά δεν καταλάβαιναν.
    Χαίρομαι που σε προκαλώ κατ' αυτόν τον τρόπο, που με προκαλείς με αυτή την “επίσκεψη”...

    Φίλε χρήστο, αυτές οι λέξεις, οι λέξεις που δε δαμάζονται, που δεν απομακρύνονται, οι λέξεις σαν πέτρες στις οποίες αποτυπώνεται μια σπιθαμή σάρκας, εκεί που οι δυο τους αγγίζονται, μέχρι το σώμα να λειώσει, να χαθεί, και να μείνουν αυτές, δίχως ποια κανένα νόημα. Μόνο με τα αποτυπώματα. Και τη θάλασσα που κάποτε θα σβήσει και αυτά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή